Βόλος, η πόλη της Τραπ

Με το χαλαρό στυλάκι, τον λαϊκισμό, την αμεσότητα των ύβρεων, με λεξιλόγιο που θα ζήλευαν και οι τράπερ, με τον αυτοθαυμασμό, με το “δεύτερο” χιούμορ, με την καλλιέργεια πόλωσης και την ικανότητα να αγνοεί πραγματικά γεγονότα, ακόμα και αυτά που τον αφορούν, ο δήμαρχος Βόλου Α. Μπέος έχει καταφέρει να πείσει μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων ότι ζουν στην καλύτερη εποχή της ζωής τους, με εκείνον για “προστάτη-πατερούλη” .
Το μόνο στοιχείο που του χαλάει το σενάριο είναι η ίδια η πραγματικότητα, αλλά επειδή ο λαϊκισμός πουλάει, είναι βέβαιος πως θα βρίσκεται στο τιμόνι της πόλης όσο το επιθυμεί, και γιατί όχι, και στο τιμόνι της χώρας μια ημέρα των ημερών. Οι άλλοι καλύτεροι είναι;
Τελευταίο επεισόδιο όπου πρωταγωνιστεί ο δήμαρχος, είναι το πόθεν έσχες που κατέθεσε, στο οποίο δηλώνει ένα “τσαρδάκι” στη Σκιάθο με πισίνα.

Έχει την ψιλή κυριότητα, όπως γράφει στο πόθεν έσχες, την οποία απέκτησε μάλιστα όχι με δικά του χρήματα αλλά από δωρεά. Δεν μας διαφωτίζει βέβαια ούτε σε ποιον περίσσευαν χρήματα για να του τα δωρίσει, ούτε με ποιον επικαρπωτή μοιράζεται την ιδιοκτησία.
Στο δημοτικό συμβούλιο ισχυρίστηκε ότι δεν του ανήκει το ακίνητο και απείλησε με μηνύσεις τις αντιπολιτεύσεις που τόλμησαν να ασχοληθούν με την οικογένειά του και τον ίδιο.

Στο μεταξύ, ουδέποτε κανείς ασχολήθηκε με την οικογένειά του απ’ όσο γνωρίζουμε, και το γνωρίζουμε καλά γιατί παρακολουθούμε την επικαιρότητα. Αντίθετα ο ίδιος ασχολείται με τις ζωές των άλλων συστηματικά, ενώ έχει κάνει τη δική του ζωή “δημόσιο ανάγνωσμα”, μέσω facebook και τηλεοπτικών σταθμών γιατί οι πολίτες σύμφωνα με τον ίδιο πρέπει να γνωρίζουν τα δεδομένα του… λες και πέφτει λόγος σε κανέναν, λες και νοιάζεται κανείς.
Πότε το παίζει Ξανθόπουλος, που κάνει τα πάντα, τα πάντα όμως, για την οικογένειά του, -λες και οι υπόλοιποι δεν έχουν οικογένειες και υποχρεώσεις- και πότε μας δίνει να καταλάβουμε πως είναι ζάμπλουτος. Πάντως το πόθεν έσχες που κατέθεσε όταν ανέλαβε δήμαρχος για τα εισοδήματά του τα τρία προηγούμενα χρόνια, σε Ξανθόπουλο παρέπεμπε…
Σήμερα φαίνεται πως άλλαξαν τα πράγματα… έκανε υπομονή, μόχθησε και ο ουρανός έγινε πιο γαλανός.
Την ίδια ώρα όμως, απαιτεί να μην ασχολούνται οι αντιπολιτεύσεις, δηλαδή και οι δημότες,  με τα οικονομικά του…
Είναι δυνατόν να είναι κανείς δημόσιο πρόσωπο και να έχει τέτοια απαίτηση, όταν μάλιστα ο ίδιος ως  δήμαρχος επαίρεται για τον πλούτο του, δηλώνοντας πως όσα χρήματα δίνει  για πουρμπουάρ, οι αντίπαλοί του τα έχουν για μισθό;
Και αν δεν έχει καμία σχέση ο κ. Μπέος με το καταφύγιο ξεκούρασης στο νησί, τότε γιατί το δήλωσε στο πόθεν έσχες –άρα και στο Ε9; Για να πληρώνει ΕΝΦΙΑ από χουβαρνταλίκι; Υπάρχει άνθρωπος σε όλο τον πλανήτη που να δηλώνει περιουσία την οποία δεν κατέχει;
Αλήθεια πάντως, δεν καταλαβαίνουμε τι ακριβώς τον ενοχλεί. Στην εποχή της μεγαλύτερης κρίσης φωτογραφιζόταν στον Τσουγκριά με μοντέλα, με διάφορους ανθυπο- celebrities, με μεγαλοεπιχειρηματίες, με πολιτικά πρόσωπα, δείχνοντας σε όλους την ξένοιαστη ζωή που απολαμβάνουν οι “εκλεκτοί”, και δεν “άνοιξε ρουθούνι”.

Μασλάτι, σορολόπι, κοκτέιλ, ζωάρα, με τον κόσμο να τον επευφημεί γιατί τον θεωρεί καταφερτζή.
Τα σοβαρά θέματα της πόλης για τον ίδιο εξαντλούνται στις χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις, στους πρωτομαγιάτικους οβελίες, στο πως θα γίνει η “υποδοχή” της εταιρείας εγκατάστασης LNG, στο πως θα καίει η ΑΓΕΤ ό,τι γουστάρει και στο πώς θα μοιραστούν στις ΠΑΕ τα λεφτά από τηλεοπτικά δικαιώματα, την ώρα που ο κύκλος των χαμένων ευκαιριών του Βόλου  διευρύνεται.
Για μια άλλη μεγάλη μερίδα πολιτών όμως, ο δήμαρχος αντιπροσωπεύει μια πόλη που προκαλεί οργή και το παράδειγμά του είναι εκείνο που προκαλεί αποστροφή απέναντι στην πολιτική, γι΄αυτό και δεν αντιδρούν, δεν ξεκουνάνε από τον καναπέ τους να πούνε κάτι.
Δεν μπορεί ωστόσο να μην θέλουμε όλοι μια πόλη που προσπαθεί, που επιμένει, που επινοεί, που δεν το βάζει κάτω, που δεν θέλει ο αέρας που αναπνέει να είναι κάθε μέρα ο τάφος της, που  απαιτεί θέσεις εργασίας οι οποίες δεν δημιουργούνται μόνο από τα 100 ντεσιμπέλ που βουίζουν κάθε νύχτα στ’ αυτιά μας. Δεν μπορεί να μην θέλουμε μια πόλη για να περπατάμε και όχι για να πετάμε πάνω από τα τραπεζοκαθίσματα. Είναι βέβαιο πως όλοι θέλουμε μια πόλη που να επικρατεί η αξιοκρατία, που να μην είναι ταυτισμένη με τον κόσμο ποδοσφαίρου, που όλα θα είναι στο φως. Ζητάμε σίγουρα πολλά… γιατί εδώ που καταντήσαμε, τα αυτονόητα έγιναν “άπιαστα”.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ

Kentavros