Τι αλλάζει στο φαγητό έξω για τους Έλληνες

Η μαζική εστίαση αποτελεί έναν από τους πλέον δυναμικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας, ο οποίος, σύμφωνα με την έρευνα Foodservice Market Monitor της Deloitte για το 2022, κατάφερε πέρυσι να πλησιάσει σε μεγάλο βαθμό τα μεγέθη του 2019. Όπως σημειώνεται στην έκθεση, η αγορά του επισιτιστικού κλάδου σε τζίρο φτάνει κοντά στα 10 δισ. ευρώ (10,9 δισ. το έτος 2019), ένα νούμερο που φαίνεται να πλησιάζει αυτό του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων στη χώρα. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας ο επισιτιστικός κλάδος έχασε περίπου το 30% του τζίρου του, ενώ παράλληλα έπρεπε να προσαρμοστεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στα νέα δεδομένα.

Σύμφωνα με την έκθεση της Deloitte, τα αποτελέσματα του 2022 μοιάζουν ενθαρρυντικά, καθώς η αγορά του foodservice φαίνεται να ανακάμπτει σε μεγάλο βαθμό, πλησιάζοντας τα 9,7 δισ., ανακτώντας τα 2 από τα 3 δισ. ευρώ που έχασε το 2020 και 2021. Συγκεκριμένα, προβλέπεται να γνωρίσει ανάπτυξη με μέσο ετήσιο ρυθμό +10,7% το διάστημα 2021-2024 (+26% για το 2022), φτάνοντας σε συνολικό κύκλο εργασιών περίπου 10,5 δισ. ευρώ το 2024, έναντι περίπου 7,7 δισ. ευρώ το 2021. Αυτή η δυναμική ανάκαμψη, που ξεκίνησε την προηγούμενη χρονιά, οφείλεται στην υψηλή τουριστική κίνηση που παρατηρήθηκε μέσα στο έτος, αλλά και στη χαλάρωση των μέτρων για την πανδημία.

Η κυριαρχία των καφέ στην Ελλάδα
Σε ό,τι αφορά τις επιμέρους κατηγορίες, τα καφέ και δευτερευόντως τα μπαρ κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος της πίτας στην Ελλάδα και το μεγαλύτερο ποσοστό σε σχέση με τον υπόλοιπο πλανήτη. Συγκεκριμένα, η κατηγορία Καφέ και Μπαρ κατέχει το 59% της συνολικής αγοράς επισιτισμού στην Ελλάδα, όταν στην παγκόσμια αγορά το ποσοστό της κατηγορίας είναι στο 33%. Αντίθετα, η Ελλάδα καταλαμβάνει το χαμηλότερο ποσοστό στην κατηγορία των Κλασικών Εστιατορίων. Η συγκεκριμένη κατηγορία καταλαμβάνει μερίδιο 48% στην παγκόσμια αγορά και στην Ελλάδα περιορίζεται στο 1/3, δηλαδή στο 16% της συνολικής αγοράς επισιτισμού της χώρας. Μικρότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο (33%) είναι και το μερίδιο (25%) των εστιατορίων ταχείας εξυπηρέτησης.

Η αγορά των Κλασικών Εστιατορίων εκτιμήθηκε από την Deloitte στα επίπεδα του 1,19 δισ. ευρώ το 2021, αυξημένη κατά 20% σε σχέση με το 2020, αλλά αρκετά μακριά από τα επίπεδα του 2019, όταν είχε διαμορφωθεί σε 2,05 δισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος (62%) αφορά την ελληνική κουζίνα, η οποία ακολουθείται από την ιταλική (18%), ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 4% καταλαμβάνει η ιαπωνική κουζίνα. Σε αντίθεση με την ελληνική και την ιταλική κουζίνα, η ιαπωνική έχει μεγαλύτερο μερίδιο των εστιατορίων της (22%) στην premium κατηγορία.

Οι νέες τάσεις στην Ελλάδα
Η οικονομική κρίση και η πανδημία έφεραν στο προσκήνιο νέες τάσεις στην αγορά και κατανάλωση τροφίμων για τους Έλληνες, σύμφωνα με την έρευνα της Deloitte. Για παράδειγμα, το γεύμα στο σπίτι και το delivery παρέμειναν πολύ δημοφιλείς επιλογές, ακόμα και μετά το πέρας της πανδημίας. Επίσης, τα «farm-to-table» εστιατόρια, εκτός από μία διεθνή τάση, έχουν κερδίσει το ενδιαφέρον των Ελλήνων, καθώς οι καταναλωτές φαίνεται να δίνουν όλο και μεγαλύτερη έμφαση στην ποιότητα και την προέλευση των πρώτων υλών. Επιπλέον, για λόγους εξοικονόμησης χρημάτων παρουσιάζει άνοδο και το λεγόμενο «food-on-the go» και «fast dining», τάση που προβλέπεται να ακολουθήσει σταθερά ανοδική πορεία και τα επόμενα χρόνια. Σε αντίθεση με τις συνήθειες των Ελλήνων καταναλωτών, οι τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα φαίνεται να προτιμούν τα κλασικά εστιατόρια, με τα higher end να γνωρίζουν σημαντική αύξηση.
Πηγή: www.powergame.gr


Kentavros