Το λούστρο

Του Στέφανου Παραστατίδη 

Πώς θα σας φαινόταν αν η Ελλάδα έκανε γεώτρηση και έβρισκε πετρέλαιο, του οποίου τα οικονομικό κέρδος θα διαχειριζόταν -με τροπολογία- αποκλειστικά ο πρωθυπουργός της χώρας;
Μέρος των χρημάτων θα μοιραζόταν με πελατειακό τρόπο σε μεγάλους οικονομικούς παράγοντες, άλλο ένα μέρος στα ΜΜΕ τα οποία θα τον υμνούσαν για το υπόλοιπο που θα έδινε με τη μορφή επιδόματος στο λαό και δεν θα κρατούσε τίποτα για τον εαυτό του. Ο ΠΘ, διαμέσου αλλεπάλληλων εξαρτήσεων και μίας ιεραρχικής προσέγγισης της κοινωνίας των ισχυρών, θα ήταν παντοδύναμος και θα επανεκλεγόταν θριαμβευτικά.
Αυτό που ήταν το πετρέλαιο χθες, είναι τα δεδομένα και η πληροφορία σήμερα. Όποιος συλλέγει και επεξεργάζεται την πληροφορία προς όφελός του είναι αυτός που είχε χθες το κεφάλαιο που αποκόμισε από το πετρέλαιο· είναι αυτός που έχει την εξουσία, ελέγχει, κατευθύνει, εκβιάζει, κερδίζει σχεδόν χωρίς αντίπαλο. Μαζί με αυτόν κερδίζουν όσοι έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στην πληροφορία, διατηρώντας μία δομή της κοινωνίας των ισχυρών, διατηρώντας μία δημοκρατία ατελή, καχεκτική.
Περιμένοντας στην ουρά για το οποιοδήποτε επίδομα ο πολίτης αναρωτιέται αν και γιατί να τον πειράζει που δεν έχουμε πολλή δημοκρατία. Του δίνονται μετρητά Χ ευρώ για τρόφιμα, Ψ για καύσιμα και θέρμανση, Ω ευρώ επιστροφές από λεφτά που δεν είχε χθες. Σάμπως μετριέται άμεσα και σε ρευστό η περισσότερη ελευθερία, η περισσότερη ισότητα, η περισσότερη δημοκρατία; Μπορεί σήμερα να του λύσει τις άμεσές του ανάγκες;
Ο οικονομικός μεγαλοπαράγοντας τού εξηγεί παραδίπλα στο αυτί ότι ευτυχώς υπάρχει και αυτό το επίδομα και να μη διαμαρτύρεται διότι αν φανταστεί τη ζωή χωρίς αυτό τα πράγματα θα είναι πολύ χειρότερα. Ως προερχόμενος και από την κοινωνία των ισχυρών μπορεί να τον πείσει και με άλλους τρόπους -«για το καλό του πάντα», όπως θα τραγουδούσε και ο Γιάννης Μηλιώκας. Παράλληλα, εξαγοράζοντας σιωπή, ο ίδιος αγοράζει περισσότερες απολαύσεις, ακίνητα, ακριβά αυτοκίνητα, μετοχές, πλούσια τραπέζια με καραβίδες που δεν τραγουδούν.
Πιο δίπλα ακόμη, ο δημοσιογράφος δεν γράφει όσα πιστεύει ή όσα σκέφτεται· ευνουχισμένος, κοιτάζει τον διπλανό του να περνά τα ίδια και δεν αισθάνεται μοναξιά -συνηθισμένος πια στην κανονικότητα του. Τον κοιτάζει παράξενα και ο ρουφιάνος από το απέναντι γραφείο, αυτός που έχει κάδρο τον ιδιοκτήτη και κάθε μέρα πίνει νερό στ’ όνομά του που έχει μία θέση χωρίς να την αξίζει.
Και όλα αυτά παρουσιάζονται σε ένα όμορφο περιτύλιγμα, περίπου ως ιδανικά, φτιάχνοντας μία ωραία επίπλαστη λούστρινη εικόνα. Σαν χθες ήταν που επευφημούσαμε την ομιλία του κου Μητσοτάκη στις ΗΠΑ, μία ομιλία που υμνούσε την ελευθερία. Ξύνοντας όμως σήμερα το λούστρο, από κάτω φανερώνονται οι παρακολουθήσεις, οι υποκλοπές, η κοινωνική ανελευθερία. Ζούμε σε μία χώρα στην οποία περιμένουμε ξένα δημοσιεύματα για να μάθουμε την αλήθεια, σε μία χώρα που αν δεν είσαι ισχυρός ή επώνυμος, δεν μπορείς να διεκδικήσεις το δίκιο σου, δε μπορείς να γνωρίζεις ακόμη και αν παρακολουθείσαι ή όχι από το ίδιο σου το κράτος.
Αξίζει, λοιπόν, η υπεράσπιση της δημοκρατίας; Σίγουρα ναι.
Η περισσότερη δημοκρατία είναι αυτή που μπορεί να γυρίσει την πυραμίδα που περιγράφω ανάποδα. Όχι μόνο στο πεδίο της αξιοπρέπειας αλλά και σε αυτό της οικονομίας. Αυτή μπορεί να καλυτερέψει τη ζωή των από κάτω (πολλών) εις βάρος των από πάνω (λίγων).
Η δημοκρατία είναι η αξία που μάς δίνει τη δυνατότητα να ορίσουμε περισσότερο τις ζωές μας, να πετύχουμε ει δυνατόν περισσότερους στόχους και να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας,
να ζήσουμε αξιοποιώντας περισσότερο τις ατομικές και συλλογικές μας δυνατότητες, να αλλάξουμε ή να μείνουμε οι ίδιοι από επιλογή, να υπερασπιστούμε τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις μειονότητες, να διασφαλίσουμε τα δημόσια αγαθά.
Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα που μπορεί να δημιουργήσει όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που φέρουν ευημερία στον πολίτη, στην κοινωνία, στη χώρα.
Και αυτό, πιστεύω ακράδαντα ότι θα πρέπει να είναι μεγάλο μέρος της ατζέντας της σοσιαλδημοκρατίας του 21ου αιώνα -για μία κοινωνία πιο δίκαιη. Διότι αυτός είναι ο μεγάλος αγώνας που έχουμε να δώσουμε έναντι μίας κατεστημένης μορφής εξουσίας και υπέρ των αδυνάμων. Να σπάσουμε τα δεσμά των εξαρτήσεων που μας καθιστούν ομήρους μίας κοινωνίας των ισχυρών. Η περίπτωση των υποκλοπών δεν είναι ακόμη ένα σκάνδαλο· είναι μια βαθιά ιδεολογική επιλογή για το πώς θέλουμε να ζήσουμε αύριο· είναι η πολιτική απόφαση αν θα παραμείνουμε εξαρτώμενοι ή θα διεκδικήσουμε την πολιτική, κοινωνική και οικονομική μας χειραφέτηση. Είναι μία τομή, μία ρήξη που καλούμαστε να κάνουμε όσοι πιστεύουμε βαθιά στη δημοκρατία.
Έκαστος εφ’ ω ετάχθη.

Kentavros