Ο “Κάμελ” το σκουπίδι και άλλα απόβλητα

Ένας τύπος με άθλια εικόνα, που περιφέρεται στους δρόμους, τρομοκρατεί γυναίκες και έχει για παραισθησιογόνο τη βενζίνη, με την οποία «λούζει» τα θύματά του, κατέληξε ξανά στη φυλακή.

Ένας αλήτης που συμπεριφέρεται άσχημα, που δεν εργάζεται ποτέ και κατ’ επέκταση, δεν προσφέρει τίποτε θα σιτίζεται από το δημόσιο. Που είναι βρώμικος και ρακένδυτος, που γίνεται επικίνδυνος, που είναι αποκρουστικός και φυσικά αποτελεί βασικό παράδειγμα προς αποφυγή, γιατί ένας αλήτης δεν είναι απλά ένα αποτυχημένο ρεμάλι, αλλά είναι κάτι βαθύτερο και πιο σκοτεινό.

Είναι ο «Κάμελ» και είναι επικίνδυνα διαφορετικός.

Με αυτή την υπεραπλουστευμένη εξίσωση ο κάθε «Κάμελ» έχει δικαίως μια θέση στη φυλακή και καμία θέση σε κοινωνικές ή ψυχολογικές δομές στήριξης.

Έλα όμως που αυτός ο διαφορετικός άνθρωπος, ο «Κάμελ», βιώνει την απόλυτη φτώχεια και εξαθλίωση. Μένει νηστικός για κάμποσες μέρες, κοιμάται σε υπόστεγα υπό άθλιες συνθήκες, μαζεύει γόπες από τα πεζοδρόμια, έχει εξάρτηση. Απόκληρος, με μοναδική επιδίωξη την εξασφάλιση λίγης τροφής και στέγης. Σήμερα οδηγήθηκε πάλι  στη δικαιοσύνη και η εικόνα του έδωσε το πρόσωπο και τη φωνή της φτώχειας, που οδηγεί στην τρέλα. Η θεωρία που τον θέλει ένα αμετανόητο ρεμάλι, γίνεται κομμάτια μπροστά στην εικόνα του και χαλάει το σενάριο.

Το δικαστήριο δεν διέκρινε την προβληματική προσωπικότητα που κρυβόταν πίσω απ’ τα κουρέλια, ούτε είδε στο πρόσωπο του αλήτη έναν άνθρωπο με νόσο ψυχική, που χρειάζεται βοήθεια.  Η ποινή για το ποινικό σκέλος και της σημερινής υπόθεσης , με την τρομοκράτηση ενός πατέρα που κρατούσε το παιδάκι του σε καρότσι,  ήταν η λύση. Σωστή λύση με βάση τον Νόμο. Ταυτόχρονα όμως ήταν, φυγή από την υποχρέωση να βρεθεί ένας τρόπος για τη σωτηρία ενός νέου ανθρώπου, 39 ετών, με χαμένα τα λογικά από την ανέχεια. Ποιος αλήθεια δεν θα τα είχε χαμένα, εάν ζούσε σε τέτοιες συνθήκες, αβοήθητος χρόνια ολόκληρα, με τις κοινωνικές δομές να μην τον συμπεριλαμβάνουν στον «χάρτη» τους… Κανείς δεν αναρωτήθηκε, γιατί αυτός ο άνθρωπος οδηγείται στην παραφροσύνη. Στην Ερμού, στον Άγιο Νικόλαο, στα στενά της Μεταμόρφωσης, σε πυλωτές, βρίσκουν καταφύγιο τη νύχτα πολλοί άστεγοι, εξαφανισμένοι και αυτοί από τα κιτάπια των κοινωνικών υπηρεσιών. Νηστικοί, εξαθλιωμένοι και χωρίς στέγη, απομένει μόνο να γίνουν ποινικοί. Είτε το μυαλό θα διαταραχθεί και θα οδηγηθούν σε άγνωστους δρόμους ή θα κλέψουν και θα απειλήσουν, για να εξασφαλίσουν τροφή.

Ο κόσμος έχει δίκαιο να τον φοβάται, αλλά η ιστορία του είναι η ιστορία πολλών ανθρώπων, που βρίσκονται στα πεζοδρόμια και τα υπόστεγα του Βόλου και η ύπαρξή τους είναι το άλλοθι μιας ολόκληρης κοινωνίας, που βλέπει τη δυστυχία, αλλά απορρίπτει οποιαδήποτε ευθύνη. Έτσι, ο νόμος δεν είναι παρά η σφραγίδα της συλλογικής υποκρισίας, που χώνει τα σκουπίδια κάτω από το χαλάκι.

 Κατερίνα Τασσοπούλου

Kentavros